Στα όριά τους οι Δήμοι: Υποχρηματοδότηση και αυξημένα κόστη λόγω ενεργειακής κρίσης.
Οι δήμοι καλούνται να διαχειριστούν ολοένα αυξανόμενες δαπάνες για ηλεκτροφωτισμό, θέρμανση σχολείων, λειτουργία αντλιοστασίων και δημοτικών εγκαταστάσεων, χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση των πόρων τους.
Η χρόνια υποχρηματοδότηση των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) αποτελεί μια διαρκή παθογένεια της ελληνικής διοίκησης, σε αντίθεση με όσα ισχύουν στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.
Ωστόσο, μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν και την αναζωπύρωση της ενεργειακής κρίσης, το πρόβλημα έχει λάβει πλέον εκρηκτικές διαστάσεις, χωρίς να έχουν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα ενίσχυσης από την κυβέρνηση. Οι ΟΤΑ έχουν, πλέον, ξεπεράσει τα όρια αντοχής τους. Η πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή προκάλεσε άμεση αναταραχή στις διεθνείς αγορές ενέργειας, οδηγώντας σε απότομη αύξηση των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η εξέλιξη αυτή μεταφέρθηκε γρήγορα και στην ελληνική οικονομία, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις και αυξάνοντας σημαντικά το κόστος λειτουργίας για δήμους και περιφέρειες.
Παρά τη σαφή επιδείνωση των συνθηκών, δεν έχουν υπάρξει στοχευμένες παρεμβάσεις για την ουσιαστική οικονομική ενίσχυση των ΟΤΑ, ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στο αυξημένο ενεργειακό κόστος. Οι δήμοι καλούνται να διαχειριστούν ολοένα αυξανόμενες δαπάνες για ηλεκτροφωτισμό, θέρμανση σχολείων, λειτουργία αντλιοστασίων και δημοτικών εγκαταστάσεων, χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση των πόρων τους.
Το πρόβλημα επιτείνεται ακόμη περισσότερο από την αύξηση των τιμολογίων της ΕΥΔΑΠ προς τους δήμους της Αττικής. Σε μια περίοδο όπου το ενεργειακό κόστος ήδη πιέζει τους προϋπολογισμούς, η επιπλέον επιβάρυνση για την ύδρευση και τη διαχείριση υδάτων δημιουργεί ένα ασφυκτικό πλαίσιο λειτουργίας. Οι δήμοι βρίσκονται, έτσι, αντιμέτωποι με ένα διπλό βάρος: από τη μία η ενεργειακή κρίση, που εντείνεται λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων, και από την άλλη η αύξηση βασικών λειτουργικών δαπανών, όπως το νερό. Την ίδια στιγμή, οι τοπικές κοινωνίες βιώνουν τις συνέπειες της ακρίβειας. Η αύξηση του κόστους ενέργειας και βασικών αγαθών ενισχύει το φαινόμενο της ενεργειακής φτώχειας και αυξάνει τη ζήτηση για κοινωνικές υπηρεσίες. Οι δήμοι καλούνται να στηρίξουν περισσότερους πολίτες με λιγότερους πόρους, γεγονός που εντείνει την πίεση στις ήδη επιβαρυμένες δομές τους.
Σε αυτό το περιβάλλον, αναδεικνύεται ακόμη πιο έντονα η σημασία των ενεργειακών κοινοτήτων, όπως αυτές έχουν αναπτυχθεί σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ενεργειακές κοινότητες δίνουν τη δυνατότητα σε δήμους, πολίτες και τοπικούς φορείς να παράγουν, να καταναλώνουν και να διαχειρίζονται συλλογικά ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, μειώνοντας το ενεργειακό κόστος και ενισχύοντας την ενεργειακή αυτονομία. Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, οι ΟΤΑ αξιοποιούν τέτοια σχήματα για να στηρίξουν ευάλωτα νοικοκυριά και να περιορίσουν την έκθεσή τους στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών ενέργειας.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, με κυβερνητική επιλογή η ανάπτυξη των ενεργειακών κοινοτήτων βρισκει ανυπερβλητα εμπόδια με κυριοτερο την απουσία χώρου στο δικτυο. Έτσι, οι δήμοι στερούνται ένα κρίσιμο εργαλείο που θα μπορούσε να συμβάλλει ουσιαστικά στην αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης.
Η απουσία ουσιαστικών μέτρων στήριξης μετά την έναρξη της νέας ενεργειακής κρίσης δεν αποτελεί απλώς μια πολιτική επιλογή, αλλά μια εξέλιξη με άμεσες κοινωνικές συνέπειες. Οι δήμοι οδηγούνται είτε σε περικοπές υπηρεσιών είτε σε αυξήσεις δημοτικών τελών, μετακυλίοντας το κόστος στους πολίτες, οι οποίοι ήδη δοκιμάζονται από τη γενικευμένη ακρίβεια. Άλλωστε η αύξηση των δημοτικών τελών έχει υποστηριχθεί ρητά από την κυβέρνηση ως «λύση» στο ζήτημα προχρηματοδότησης των Δήμων.
Σε αυτό το πλαίσιο, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη για άμεση αναθεώρηση της πολιτικής χρηματοδότησης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η ενίσχυση των ΟΤΑ, η αναπροσαρμογή της τιμολογιακής πολιτικής της ΕΥΔΑΠ – ειδικό χαμηλό τιμολόγιο για τους ΟΤΑ, η άρση των εμποδίων για την ανάπτυξη ενεργειακών κοινοτήτων με προτεραιότητα στο δικτυο και η λήψη ουσιαστικών μέτρων για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους δεν αποτελούν απλώς τεχνικές παρεμβάσεις, αλλά βασικές προϋποθέσεις για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Χωρίς άμεσες και στοχευμένες παρεμβάσεις, ο κίνδυνος υποβάθμισης βασικών δημόσιων – δημοτικών υπηρεσιών και περαιτέρω επιβάρυνσης των πολιτών είναι πλέον ορατός.
*Η Δρ. Σοφία Φ. Κατσίγιαννη είναι δικηγόρος ΔΣΑ, Διδάκτωρ Νομικής Αθηνών τ. Αντιδήμαρχος Δήμου Διονύσου, τ. Πρόεδρος Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Διονύσου.

