Υπάρχει σήμερα μια βολική αυταπάτη στον δημόσιο διάλογο και αυτή είναι, ότι ο τραμπισμός είναι κάτι ξένο, ένα αμερικανικό φαινόμενο που δεν μας αφορά άμεσα. Ότι προκύπτει μόνο σε ειδικές πολιτισμικές και πολιτικές συνθήκες. Τα δεδομένα, όμως, δείχνουν κάτι διαφορετικό.
Ο τραμπισμός δεν είναι ιδεολογία. Είναι μηχανισμός. Και ακριβώς γι’ αυτό μεταφέρεται, προσαρμόζεται και εγκαθίσταται εκεί όπου βρίσκει έδαφος κοινωνικής ανασφάλειας, δυσπιστίας ως προς τους θεσμούς και λόγω της πολιτικής κόπωσης.
Οι πρόσφατες έρευνες στην Ελλάδα αποτυπώνουν μια κοινωνία που δεν αυτοπροσδιορίζεται ως ακραία, αλλά υιοθετεί ολοένα και πιο ακραίες στάσεις σε κρίσιμους άξονες, απέναντι στους θεσμούς, στα δικαιώματα, στις συλλογικές εγγυήσεις. Δεν πρόκειται για μαζική ιδεολογική ριζοσπαστικοποίηση. Πρόκειται για μια σταδιακή μετατόπιση αξιών και συναισθηματικών αντανακλαστικών.
Εδώ ακριβώς παρεμβαίνει ο τραμπικός μηχανισμός.
Η λειτουργία του είναι απλή και αποτελεσματική, μετατρέπει τη σύγκρουση σε πολιτικό καύσιμο, την άγνοια σε αυθεντικότητα και την επιστημονική ή θεσμική πολυπλοκότητα σε «ελιτίστικη συνωμοσία». Δεν σου λέει τι είναι σωστό και τι λάθος. Σου λέει ότι «ο λαός ξέρει» και ότι κάθε μορφή γνώσης ή θεσμικής επεξεργασίας είναι ύποπτη.
Σε περιόδους γενικευμένης δυσπιστίας, αυτός ο λόγος δεν χρειάζεται ακρίβεια. Χρειάζεται αναγνώριση. Να επιβεβαιώσει τον θυμό, να δικαιώσει την καχυποψία, να προσφέρει έναν σαφή αντίπαλο, αυτό που χαρακτηρίζει ως το «σύστημα».
Οι δημοσκοπικές αναλύσεις καταγράφουν εκτεταμένη κοινωνική ρευστότητα, υψηλή αδιευκρίνιστη ψήφο και κυρίαρχα συναισθήματα φόβου και απογοήτευσης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η πολιτική που απαιτεί σκέψη, εξήγηση και σύνθεση μοιάζει αδύναμη. Αντίθετα, η πολιτική που απλοποιεί, στοχοποιεί και κλιμακώνει τη σύγκρουση μοιάζει αποτελεσματική.
Έτσι, ο τραμπισμός εισάγεται όχι απαραίτητα ως οργανωμένο πολιτικό ρεύμα, αλλά ως τρόπος ομιλίας και στάση. Δηλώσεις που δεν στοχεύουν στη διαμόρφωση πλειοψηφιών, αλλά στη συσπείρωση θυμικών μειοψηφιών. Όχι προτάσεις πολιτικής, αλλά μόνιμη ένταση. Όχι σχέδιο, αλλά διαρκής αντιπαράθεση.
Το πραγματικό ρίσκο δεν είναι η υπερβολή ή ο λαϊκισμός. Είναι η σταδιακή αποπολιτικοποίηση της πολιτικής. Όταν όλα ανάγονται σε σύγκρουση με το «σύστημα», δεν χρειάζονται λύσεις, λογοδοσία ή συνέπεια. Χρειάζεται μόνο ένταση. Και εκεί αρχίζει η φθορά της δημοκρατίας.
Τα ίδια δεδομένα, ωστόσο, δείχνουν και αντοχές. Δημοκρατικά αντανακλαστικά, κοινωνικές ευαισθησίες και αξιακά «αντισώματα» παραμένουν παρόντα. Η κοινωνία δεν έχει παραδοθεί στον αυταρχισμό. Βρίσκεται όμως σε ένα κρίσιμο μεταίχμιο.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε ο εφησυχασμός ούτε η μίμηση. Όποιος υιοθετεί τη λογική του τραμπισμού για να τον «αντιμετωπίσει», απλώς τον ενισχύει. Η πραγματική απάντηση είναι πιο απαιτητική, πολιτική με σχέδιο, θεσμική σοβαρότητα, κοινωνική προστασία και λόγο που σέβεται τη νοημοσύνη των πολιτών χωρίς να αγνοεί τους φόβους τους.
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται ένα βαθύτερο πολιτικό ερώτημα, ποια δύναμη μπορεί να απαντήσει πειστικά στην ανασφάλεια χωρίς να καταφύγει στον αυταρχισμό και στον θυμό ως εργαλείο; Ποια πολιτική παράδοση μπορεί να μιλήσει για εργασία, κοινωνική συνοχή και θεσμούς χωρίς να τα θυσιάσει στον εύκολο εντυπωσιασμό;
Η ιστορική και πολιτική απάντηση είναι σαφής. Είναι η σοσιαλδημοκρατική παράδοση και, στην ελληνική της εκδοχή, το ΠΑΣΟΚ. Όχι ως ανάμνηση, αλλά ως αναγκαιότητα του παρόντος. Ως η πολιτική δύναμη που ιστορικά συνέδεσε τη δημοκρατία με την κοινωνική δικαιοσύνη, την ανάπτυξη με τα δικαιώματα και το κράτος δικαίου με την καθημερινή ζωή των ανθρώπων.
Σε μια εποχή που ο τραμπισμός υπόσχεται ασφάλεια μέσω της σύγκρουσης, το ΠΑΣΟΚ οφείλει και μπορεί να προτάξει ασφάλεια μέσω της συλλογικότητας, της εργασίας με δικαιώματα, της κοινωνικής κινητικότητας και της θεσμικής αξιοπιστίας. Να απαντήσει στον θυμό όχι με φόβο, αλλά με προοπτική.
Ο τραμπισμός δεν κερδίζει επειδή έχει δίκιο. Κερδίζει όταν οι δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις αποφεύγουν τη σύγκρουση με τα πραγματικά αίτια της ανασφάλειας. Και σε αυτή τη σύγκρουση, η απάντηση δεν είναι ούτε τεχνοκρατική ούτε λαϊκίστικη.
Η απάντηση είναι πολιτική.
Και σήμερα, αυτή η απάντηση είναι το ΠΑΣΟΚ.
Γιώργος Στιβαχτής
Αν. Γραμματέας τομέα Εργασίας
ΠΑ.ΣΟ.Κ. – Κίνημα Αλλαγής

