Με αφορμή τη συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής για τη ψήφιση του νομοσχέδιου του Υπουργείου Εσωτερικών με τίτλο «Ρυθμίσεις για το ανθρώπινο δυναμικό του δημοσίου τομέα, τις Οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών, την ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, το Εθνικό Μητρώο Ζώων Συντροφιάς και λοιπές διατάξεις», τοποθετήθηκε η Βουλευτής Δυτικού Τομέα Αθηνών του ΠΑΣΟΚ- Κινήματος Αλλαγής, Νάντια Γιαννακοπούλου.
Ξεκινώντας την ομιλία της, ανέφερε :
«Εισάγεται σήμερα προς ψήφιση ένα νομοσχέδιο το οποίο, κάτω από τον μανδύα της διοικητικής αναδιοργάνωσης, επιφέρει καίρια πλήγματα σε δύο ευαίσθητους τομείς της κοινωνικής μας συμβίωσης: την προστασία των ζώων συντροφιάς και την εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας παιδείας. Παρότι ο εισηγητής του ΠΑΣΟΚ ανέλυσε διεξοδικά το σύνολο των διατάξεων, επιθυμώ να εστιάσω τη δική μου παρέμβαση σε αυτά τα δύο πεδία, όπου η κυβερνητική πολιτική φαίνεται να χάνει την επαφή με την πραγματικότητα του πεδίου.
Ξεκινώ με το ζήτημα των ζώων συντροφιάς. Κάθε φορά που η Βουλή καλείται να νομοθετήσει επί του θέματος, οφείλουμε να αναρωτιόμαστε: Τι άλλαξε τελικά στην καθημερινότητα; Ο Ν. 4830/2021 έχει μετατραπεί σε ένα κείμενο διαρκών τροποποιήσεων. Αυτή η διαρκής νομοθετική ρευστότητα δεν είναι δείγμα προσαρμοστικότητας, αλλά ομολογία αποτυχίας και έλλειψης στρατηγικού σχεδιασμού. Η προστασία των αδέσποτων και των ζώων συντροφιάς δεν είναι ένα δευτερεύον διοικητικό ζήτημα· είναι ζήτημα πολιτισμού, δημόσιας υγείας και ποιότητας της δημοκρατίας μας.
Η μεταφορά κρίσιμων αρμοδιοτήτων στο Υπουργείο Εσωτερικών έγινε χωρίς την απαραίτητη ενίσχυση σε επιστημονικό και κτηνιατρικό δυναμικό. Πώς διασφαλίζεται η βιοασφάλεια και η πρόληψη όταν αποκόπτεται η πολιτική από την κτηνιατρική επιστήμη; Ταυτόχρονα, παρατηρούμε μια μη ορθολογική διαχείριση πόρων. Διαθέσατε 3,1 εκατομμύρια ευρώ για ένα νέο Εθνικό Μητρώο, την ώρα που υπήρχε ήδη λειτουργική υποδομή. Αυτά τα χρήματα λείπουν σήμερα από τους ελέγχους και τη στήριξη των Δήμων. Αντί να ενισχύετε τη συνεργασία με τις Οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών, τις πνίγετε στη γραφειοκρατία. Χρειαζόμαστε θεσμική συνέχεια και μετρήσιμα αποτελέσματα, όχι επικοινωνιακά πυροτεχνήματα.»
Η Νάντια Γιαννακοπούλου υπογράμμισε στη συνέχεια ότι :
«Περνώ στο Άρθρο 34, το οποίο προβλέπει την πλήρη κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών από την 1η Αυγούστου 2026. Πρόκειται για μια βαθιά αντι-μεταρρύθμιση που απειλεί να παραλύσει την καθημερινότητα των σχολείων μας. Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι επιδιώκει τον «εκσυγχρονισμό» και τη δημοσιονομική συμμόρφωση. Ας μιλήσουμε όμως με όρους πραγματικής ζωής: Τι είναι η Σχολική Επιτροπή; Είναι ο συνδετικός κρίκος, ο ενδιάμεσος θεσμός που επέτρεπε στον Διευθυντή, στον εκπαιδευτικό και στον γονέα να λύσουν ένα πρόβλημα τώρα. Με την κατάργησή τους, η διαχείριση γίνεται απολύτως συγκεντρωτική. Οι αρμοδιότητες μεταφέρονται στις κεντρικές υπηρεσίες των δήμων, οι οποίες είναι ήδη υποστελεχωμένες και βεβαρυμμένες. Αυτό σημαίνει ότι για μια απλή επισκευή, για την προμήθεια υλικών ή για μια έκτακτη ανάγκη, το σχολείο θα μπαίνει σε έναν γραφειοκρατικό λαβύρινθο μηνών.
Δεν είναι τυχαίο ότι η αντίδραση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι καθολική. Πέντε από τους μεγαλύτερους δήμους της χώρας – Αθηναίων, Θεσσαλονίκης, Πειραιά, Ιωαννιτών και ο δικός μας Δήμος Περιστερίου – έστειλαν κοινή επιστολή ζητώντας την απόσυρση της διάταξης. Οι Δήμαρχοι, που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, σας λένε το αυτονόητο: Η απομάκρυνση της οικονομικής διαχείρισης από τη σχολική μονάδα οδηγεί σε καθυστερήσεις και απώλεια της ευελιξίας. Στους δήμους όπου εφαρμόστηκε πειραματικά η κατάργηση, τα αποτελέσματα είναι απογοητευτικά. Δημιουργήθηκε ένα καθεστώς συγκεντρωτισμού. Οι Διευθυντές των σχολείων μετατρέπονται σε λογιστές, φορτωμένοι με επιπλέον διοικητικά βάρη, αντί να αφοσιωθούν στο παιδαγωγικό τους έργο. Υπάρχουν μαρτυρίες για καθυστερήσεις στις πληρωμές βασικών αναγκών, προβλήματα στη συντήρηση και καθυστερήσεις ακόμα και στη χορήγηση ξενόγλωσσων βιβλίων.
Επιτρέψτε μου, όμως, μια ειδική αναφορά στη Δυτική Αθήνα. Εκπροσωπώ μια περιοχή με υψηλές κοινωνικοοικονομικές ανάγκες και αυξημένο μαθητικό πληθυσμό. Εκεί, οι ελλείψεις στις υποδομές είναι ήδη οριακές. Στη Δυτική Αθήνα, η Σχολική Επιτροπή ήταν η δύναμη που κρατούσε το σχολείο όρθιο. Πριν από λίγες ημέρες, πάλι κατέρρευσε κομμάτι από ταβάνι σε σχολείο. Είναι το δεύτερο περιστατικό στο ίδιο συγκρότημα. Στο Αιγάλεω έχουμε ακόμα σεισμόπληκτα σχολεία και αίθουσες-κοντέινερ, τα ίδια και στην Πετρούπολη!
Αναρωτιέμαι: Με ποια λογική αφαιρείτε την ευελιξία από αυτά τα σχολεία; Πώς θα αντιμετωπιστεί μια κατάρρευση οροφής ή μια βλάβη στον καυστήρα μέσα στο καταχειμωνιά, όταν ο Διευθυντής θα πρέπει να περιμένει την έγκριση από την κεντρική οικονομική υπηρεσία του Δήμου, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους κωδικούς; Και όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα περιβάλλον όπου η δημόσια παιδεία στενάζει από τα τμήματα των 25 μαθητών, την έλλειψη εκπαιδευτικών παράλληλης στήριξης και τις τραγικές ελλείψεις σε προσωπικό καθαριότητας και φύλαξης. Αλήθεια, αυτή είναι η αντιμετώπιση που επιφυλάσσει η Κυβέρνησή σας για τη Δημόσια Παιδεία; Να την αντιμετωπίζει ως μια ακόμη γραφειοκρατική εκκρεμότητα;.»
Κλείνοντας, η Βουλευτής δήλωσε ότι :
«Τα σχολεία δεν είναι λογιστικά μεγέθη. Είναι οι χώροι που διαμορφώνουν το μέλλον της κοινωνίας μας. Με την κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών, χωρίς ουσιαστικό διάλογο και χωρίς κανένα στρατηγικό σχέδιο αναπλήρωσης της λειτουργικότητάς τους, υπονομεύετε την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των σχολικών μονάδων.
Η αντίδραση των ενώσεων γονέων και των εκπαιδευτικών δεν είναι ιδεοληπτική. Είναι κραυγή αγωνίας. Όταν οι γονείς βλέπουν τα σχολεία να μετατρέπονται σε δυσκίνητα γραφειοκρατικά σώματα, χάνουν την εμπιστοσύνη τους στον θεσμό. Η συμμετοχή της τοπικής κοινότητας στη ζωή του σχολείου εξοβελίζεται προς όφελος ενός άκαμπτου συγκεντρωτισμού. Ζητώ λοιπόν, έστω και την ύστατη στιγμή, να ακούσετε τη φωνή της λογικής. Αποσύρετε τη διάταξη για την κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών. Προχωρήστε σε μια εκτενή και αντικειμενική αξιολόγηση των επιπτώσεων στους δήμους όπου το μέτρο έχει ήδη εφαρμοστεί. Ξεκινήστε έναν ειλικρινή διάλογο με την ΚΕΔΕ, τις ομοσπονδίες γονέων και τους εκπαιδευτικούς φορείς.
Η δημόσια εκπαίδευση απαιτεί σεβασμό και ουσιαστική υποστήριξη, όχι πειραματισμούς που αποδυναμώνουν την αυτοτέλεια των σχολείων. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε τη διοικητική ασφυξία των σχολικών μονάδων στο όνομα μιας αμφίβολης δημοσιονομικής ομοιομορφίας. Η δημόσια παιδεία είναι η περιουσία του ελληνικού λαού. Δεν θα επιτρέψουμε την απαξίωσή της.»

