Στον χώρο του ΠΑΣΟΚ, όπου η συζήτηση για την ανασυγκρότηση δεν μπορεί να μένει στα λόγια, υπάρχουν στελέχη που κρίνονται όχι από το πόσο ακούγονται, αλλά από το τι κάνουν.
Η Βάσια Αναστασίου ανήκει σε αυτή την κατηγορία.
Η παρουσία της στο κόμμα δεν είναι περιστασιακή ούτε συγκυριακή. Έχει αναλάβει ρόλους ευθύνης στον κομματικό μηχανισμό, με πιο χαρακτηριστικό τη θητεία της ως αναπληρώτρια γραμματέας Επικοινωνίας του ΠΑΣΟΚ, σε μια περίοδο που το κόμμα επιχειρούσε να επαναπροσδιορίσει τον δημόσιο λόγο του και να ξαναβρεί επαφή με κοινωνικά ακροατήρια που είχαν απομακρυνθεί. Δεν επρόκειτο για ρόλο διακοσμητικό· ήταν θέση πρώτης γραμμής, με καθημερινή τριβή με τον πολιτικό λόγο, τα μέσα ενημέρωσης και τη δημόσια αντιπαράθεση. Αναστασίου Αναστασίου

Παράλληλα, η εκλογή της στην Κεντρική Επιτροπή δείχνει ότι η δράση της δεν περιορίζεται στην επικοινωνία. Συμμετείχε ενεργά στις εσωτερικές διαδικασίες, στις πολιτικές συζητήσεις και στις αποφάσεις που αφορούσαν τη στρατηγική και την οργανωτική ανασύνταξη του κόμματος. Εκεί κρίνεται ένα στέλεχος: όχι στα πάνελ, αλλά στα όργανα.
Η υποψηφιότητά της στην Ανατολική Αττική δεν ήταν απλώς μια συμμετοχή στο ψηφοδέλτιο. Ήταν μια πολιτική επιλογή με σαφή στόχευση. Σε μια δύσκολη περιφέρεια, με έντονα κοινωνικά και χωροταξικά προβλήματα, ανέδειξε σταθερά ζητήματα όπως η απουσία νοσοκομείου, οι ανισότητες στην πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες και η ανάγκη σοβαρού περιφερειακού σχεδιασμού. Δεν μίλησε αφηρημένα· μίλησε συγκεκριμένα, με αναφορές στην καθημερινότητα των κατοίκων.

Σημαντικό στοιχείο της δημόσιας παρουσίας της είναι ότι δεν αποφεύγει τα δύσκολα θέματα. Έχει τοποθετηθεί ανοιχτά για ζητήματα ισότητας, δικαιωμάτων και δημόσιας υγείας, ακόμα και όταν αυτά δεν προσφέρονται για εύκολη πολιτική εκμετάλλευση. Και κυρίως, δεν έκρυψε ποτέ τη θέση της απέναντι στην τοξικότητα που συχνά συνοδεύει τον δημόσιο λόγο, ειδικά όταν αυτός στρέφεται εναντίον γυναικών στην πολιτική.

Η Βάσια Αναστασίου δεν εμφανίζεται ως «φαινόμενο» ούτε ως προϊόν επικοινωνιακής κατασκευής. Η πορεία της στο ΠΑΣΟΚ δείχνει δουλειά βάσης, συμμετοχή στα όργανα, ανάληψη ευθύνης και πολιτική συνέπεια. Σε έναν χώρο που δοκιμάζεται από την απόσταση με την κοινωνία, τέτοιες διαδρομές έχουν σημασία — όχι γιατί υπόσχονται εύκολες λύσεις, αλλά γιατί επαναφέρουν κάτι θεμελιώδες: την πολιτική ως συλλογική και σοβαρή υπόθεση.

